
14 πρέπει να ήταν γύρω μου οι κανίβαλοι. δεν πρόλαβα να μετρήσω.τόσους τους ένιωθα. δυο-τρεις μεσίληκες και οι υπόλοιποι νέοι και πεινασμένοι. 47 λεπτά κράτησε το βασανιστήριο. αυτό το ήξερα καλά μια που κοίταζα το ρολόι κάθε δίλεπτο. έπρεπε να μιλήσει ο κάθενας για τον ευατό του. γιατί ήταν εδώ και τι ήθελε από την παρουσία του εδώ. δεν κοιτάζα κανέναν τους στα μάτια. στην αρχή. μετά δειλά-δειλά άρχησα να ανασηκώνω το βλέμμα μου προς τη μεριά των ματιών τους. δεν τολμούσα να κάνω άμεση οπτική επαφή με τα μάτια τους. φοβόμουν μην με κατασπαράξουν. σχεδόν δεν άκουγα τι έλεγαν. άκουγα μονάχα τις κινήσεις των ποδιών ή των χεριών τους. και ίδρωνα. το πουκάμισο μου είχε μουσκέψει και η αλμύρα του τσίγαρου που έβρισκε έξοδο διαφυγής στους πόρους μου, πλυμμήριζε το στήθος μου. ήθελα να καπνίσω. κι άλλοι ήθελαν. το έβλεπα στις κινήσεις των άκρων τους, στο πώς έσφιγγαν τα δάχτυλα και κούναγαν νευρικά τα πόδια. το τσιγάρο δεν απαγορεύονταν. απογορεύονταν η δειλία. και η χορτοφαγία. εδώ μέσα δεν τρώμε κουτόχορτο. τρώμε ο ένας τον άλλο. σε διαγράμματα. και στόχους. σε διαδικασίες και τακτικές. σε αποδόσεις και επιδόσεις. αργά αλλά σταθερά σήκωνα το βλέμμα μου. ήθελα να προλάβω να κοιτάζω ψηλά πριν φτάσει η σειρά μου να μιλήσω. ήθελα να είμαι άνετος κι ανθρωποφάγος. ήρεμος και δολοφόνος. υπήρχαν κι άλλοι ανήσυχοι. κανείς όμως τόσο τρομαγμένος όσο εγώ, κανείς τόσο ανόητος όσο εγώ, ώστε να μετατρέψει μια απλή συνάντηση εργασίας σε πεδίο μάχης. κι έχανα. έχανα κάθε φορά που άνοιγα το στόμα μου, κάθε φορά που ήθελα τσιγάρο, κάθε φορά που χαμογελούσα αμήχανα ή με νόημα. το μόνο που κέρδισα είναι αυτές οι δεκαπέντε γραμμές. και μια ανάσα θάρρος να τις γράψω.

