22/03/2010

Χρόνος



χμμμ.. πίσω στη σοφίτα. είναι εξαιρετικά παρήγορο να έχεις χρόνο τελικά - με τη σοφίτα συνδυάζεται υπέροχα και ο μη-χώρος του blog. διακόσμηση.

ένα, ένα: όταν δεν έχεις χρόνο τον αποζητάς αλλά στην πραγματικότητα δεν έχεις ακριβώς ιδέα τι θα τον έκανες αν τον είχες. οι αρχικές απαντήσεις είναι εύκολες, ειδικά για την κατηγορία πολιτών με "ορθή" σκέψη: χόμπυ, οικογένειες, παρέες, κτλ καταλαμβάνουν τον χώρο του χρόνου σε δευτερόλεπτα, αποκαθιστώντας την ορθή τάξη επιμελώς και ξεσκονίζοντας όλες τις γωνίτσες από αντιφάσεις και αναστοχασμούς, ώστε να θριαμβέυσει η πρωτοκαθεδρία της κανονικότητας χωρίς παρενέργειες.

οι λοιποί του "μη-ορθού λόγου" τώρα: οι τυχεροί της παρέας, αν μετρήσουμε τις επιδόσεις με βάση την συλλογή εμπειριών αλλά και μια στάλα ενδεχόμενης σοφίας -συνοδευόμενης από ψήγματα τρέλλας (για τους μη τυχερούς της ίδιας κατηγορίας, αντικαθιστούμε όπου ψήγματα με σημεία και τέρατα). Ξαφνικά και εύκολα, ανατρέποντας τις συνήθειες που ο πλεονασμός του χρόνου σου επιτρέπει, αναδύεται το πρόσωπο της κανονικότητας
σου... και τι δράμα μπορεί να είναι τούτο, ε;! αναμφίβολα τα κόλυβα της συλλογικότητας που ονομάζεται κοινωνία είναι ότι πιο γλυκό σου λάχει να γευτείς: κάτι ΜΚΟ, κάτι παρέες, κάτι ενεργοί πολίτες, κάτι σχέσεις, όλοι μας -οι περισσότεροι έχοντας γευτεί οικοιοθελώς το φρούτο της άρνησης σε κάποια στιγμή της ζωής τους- παραμυθιάζουμε ευατούς και αλλήλους για τη σημασία της συμμετοχής στο όποιο σχετικό "πάρτυ ταυτοτήτων". έχει καλώς: στα μνημόσυνα του είδους είναι καλό να τιμούμε τους νεκρούς. αν όμως ο χρόνος σε καθηλώσει, διαθέσιμος και αυτοκράτορας πια, σου δώσει τον χώρο των αποστάσεων που μια μεγάλη του στροφή επιτρέπει, τότε μια αχτίδα αλλαγών, ουσιαστικών και βαθύτερων μπορεί να τυφλώσει και τον πιο απαισιόδοξο. Η τρέλλα της στιγμής αυτού του "αυτόφωτου ιδεαλισμού" (αυτόφωτου αλλά και χρονικά φωτοδοτούμενου), είναι η πεμπτουσία της εμπειρίας του κενού: προσπαθώντας να το νοηματοδοτήσεις, ζεις την υπέροχη ψευδαισθήση της αναίρεσης του, της πλήρωσης του. μάταια βέβαια. εδώ είμαστε όμως: ο συναισθηματικός και πνευματικός χρωματισμός αυτής της απώλειας, είναι ότι σου απομένει, ταλαίπωρο υποκείμενο. μην χάνεις την ευκαιρία.

όσο για το άλλο υποκείμενο που τηρεί την ψευδαίσθηση ως κανόνα, αυτό το υποκείμενο που φθονείς αλλά λυπάσαι, τώρα ξέρεις: το νήμα της απόστασης σας, αυτό που σας ενώνει -μη φοβάσαι, δεν είναι παρά το στωικό σου χαμόγελο για το τι έχασε γυρνώντας το βλέμμα προς την άλλη πλευρά. μη το μαλώνεις και μη το στραβοκοιτάς. σε βλέπω.

ενδιαφέρουσα συνθήκη, ειδικά μέσα της.

την άλλη φορά ο χώρος - όπως και είναι τότε.

25/08/2008

Martin Brew - No Room In The City For Big Hearts Like Ours [2005]


.no shit.

Autofocus Uberalles

Ούτε μια γραμματοσειρά της προκοπής δεν έχει το αναθεματισμένο. Άντε να συγκεντρωθεί κανείς να γράψει. Ξεσυνήθισα και το πληκτρολόγιο και δυσκολεύομαι. Δυσκολεύομαι γενικώς. Όλα τα υπόλοιπα είναι δικαιολογίες. Πάντως αν δεν δυσκολευόμουν, θα ήταν αδύνατο να συγκεντρωθώ. Πληρώνω την επιθυμία για την επίτευξη κάποιων στιγμών άρτιας συγκέντρωσης με μια ζωή δυσφορίας. Δεν θα είχα καμία διάθεση να απολογηθώ αν δεν βίωνα συστηματικά την απόλυτη δυσφορία που νιώθει κανείς μπρος στην προσπάθεια που απαιτεί μια αναλαμπή συγκέντρωσης. Είναι ζήτημα χαρακτήρος και μάλιστα άτεγκτου σε θεραπείες. Σα μια λεπτή γραμμή είναι η συγκέντρωση – περπατάς επάνω της μόνο και μόνο για την κάνεις να υπάρξει και μαθαίνεις για την ύπαρξη της μόλις τέλιωσες τη μοναδική και σύντομη διαδρομή της. Παλιοκατάσταση, από μόνη της. Έξω από αυτήν, αδιανόητη, μέσα σ’ αυτήν αδύνατο να τη συλλάβεις – όταν πια την χάνεις, την αναπολείς. Η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση δε, είναι να νομίσεις ότι καταλήγει σε κάποια πόρτα που μοιάζει με όριο σημαντικό, συμβολικό, σαν ηλικία. Κάτι θα έλεγα και για τον έρωτα αλλά μου είναι αδύνατο να συγκεντρωθώ. Δυσκολεύομαι κι η κιμωλία της λεπτής γραμμής μου μουτζούρωσε αδέξια την άσφαλτο του μυαλού μου – φαρδύς ξάφνου ο δρόμος και η λεπτή γραμμή που νόμισα ότι διέκρινα είναι τώρα τεθλασμένος λαβύρινθος και να που τσαλαβουτάω αδέξια σε υγρούς βάλτους με κάτι σκοτεινά νερά σα συναισθήματα βαριά, από κείνα που ‘ρχονται πρωί για πολύ λίγο μετά από κάποιο όνειρο που δεν θυμάσαι αλλά είσαι σίγουρος ότι το είδες. Μπορεί να το ξαναδείς αλλά κάτι μου λέει ότι δεν θα περπατάς σε μια λεπτή ευθεία γραμμή. Αν τυχόν πιστέψεις ότι τα κατάφέρες, χάραξε καλά τη διαδρομή μες τα μάτια σου. Μπορεί –έστω και για λίγο- να γίνει συχνός και απολαυστικός ο μοναδικός σου περίπατος. Αν πάλι δεις κάτι που μοιάζει με το μονοπάτι σου να διαφημίζεται ως επίγειος παράδεισος σε ταξιδιωτικό οδηγό θεραπειών αυτοσυγκένρωσης ή σε κάποιο φυλλάδιο μιας νέας αμερικάνικης μεθόδου αυτοθεραπείας και ανάκτησης της αυτοπεποίθησης σου (πότε την ξανάχες και την έχασες; παιδί ίσως αλλά τότε δεν την ήξερες την άγνωστη αυτή λέξη, κάτι σου έλεγαν οι μεγαλύτεροι αλλά δεν σου καιγόταν καρφί), τότε κρύψου καλά μέσα σε κάποιο όνειρο και κλείσε ερμητικά τα παράθυρα των ματιών σου. Η λεπτή γραμμή σου πουλήθηκε στο χρηματιστήριο της λογικής και συ, παράφρων πια, δεν έχεις ούτε ένα τίτλο κυριότητας. Ας πρόσεχες. Ίσως τελικά δεν δυσκολεύεσαι τόσο όσο αυτάρεσκα σ’ αρέσει να τ’ ομολογείς.

16/06/2008

Πατριδογνωσία


10 χρονών. Από τα μεγάλα ξύλινα σταυρωτά παράθυρα της τάξης μπαίνει διαγώνια το φως του ήλιου. Σε κάθε σημείο που το ξύλο του παραθυρόφυλλου διακόπτει τη ροή του φωτός, γίνονται διακριτές οι δέσμες του. Μέσα σ’ αυτές αιωρείται η σκόνη της τάξης που αναμειγνύεται με μια έντονη ανοιξιάτικη μυρωδιά και τη γενική βαρεμάρα που συνοδεύει το μάθημα. Ζούμε για το διάλλειμα. Κι όμως είμαι ενθουσιασμένος: έχω ξοδέψει όλο το προηγούμενο απόγεμα με τη μάνα πάνω από το κεφάλι μου και χρωματιστά μολύβια πάνω σε ένα οριζόντιο μπλοκ με φύλλο αντιγραφής (ριζόχαρτο) για να κάνω το χάρτη της επαρχίας της πόλης μου. Τα βουνά με πορτοκαλί και κίκτρινο, τα ποτάμια με γαλάζιο, ο κάμπος με πράσινο, οι πόλεις και τα χωριά με μεγάλες ή μικρές κουκίδες, σημεία και ονόματα ανάλογα το μέγεθος τους. Είμαι 10, έχω δημιουργήσει κάτι στο χαρτί, είναι όμορφο, είναι σωστό και νιώθω ότι θα γίνω ο μεγαλύτερος χαρτογράφος/γεωγράφος/πατριδογνώστης του κόσμου. Ο δάσκαλος μου θα διαφωνήσει τελικά λέγοντας ότι χρειάζεται περισσότερη προσοχή και ότι μπορώ να τα πάω καλύτερα αλλά είμαι σίγουρος πως απλά δεν ξέρει τι του γίνεται. Η πατρίδα μου είναι η άνοιξη.


38 χρονών. Από τις περσίδες της κουρτίνας του γραφείου μπαίνει ένα φως δυνατό και αρχικά ικανό να με ενθουσιάσει για το καλοκαιράκι που μπαίνει. Όμως ο συνδυασμός του με το καυσαέριο που εισβάλλει με το που ανακλύω το παράθυρο, μου δημιουργεί αποστροφή για οτιδήποτε ανοιξιάτικο. Μέσα στο γραφείο, παρά την εμφανή κινητικότητα και κάποιες έντονες συζητήσεις δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα. Ζούμε σε διάλυμα. Πιάνω το μολύβι και δεν είναι ούτε πορτοκαλί, ούτε γαλάζιο, ούτε πράσινο. Είναι μαύρο και πρέπει να γράψει κάτι για την αποτίμηση των επιδόσεων της πατρίδας μου στην προστασία του περιβάλλοντος. Είμαι απογοητευμένος: έχω ξοδέψει όλο το προηγούμενο απόγευμα διαγνωνιοδιαβάζοντας ξύλινες αναφορές που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, με τη μάνα να με διακόπτει με απανωτά τηλέφωνα, γκρινιάζοντας που έχω εξαφανιστεί και περιμένοντας πως και πως να πάω να τη δώ. Είμαι 38, δεν μπορώ παρά να προσποιηθώ ότι δημιουργώ κάτι ουσιαστικό στο χαρτί, είναι άσκοπο, είναι φτιαγμένο να μοιάζει σωστό και νιώθω ότι αν συνεχίσω έτσι θα γίνω ο μεγαλύτερος μαλάκας/κονφορμιστής/απατρίδης του κόσμου. Το αφεντικό μου θα διαφωνήσει τελικά λέγοντας ότι η αναφορά δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο και ότι είναι πολύ ευχαριστημένος αλλά είμαι σίγουρος πως απλά δεν ξέρει τι του γίνεται. Στην πατρίδα μου η άνοιξη είναι μόνο ανάμνηση.

14/07/2007

αδηφαγία


14 πρέπει να ήταν γύρω μου οι κανίβαλοι. δεν πρόλαβα να μετρήσω.τόσους τους ένιωθα. δυο-τρεις μεσίληκες και οι υπόλοιποι νέοι και πεινασμένοι. 47 λεπτά κράτησε το βασανιστήριο. αυτό το ήξερα καλά μια που κοίταζα το ρολόι κάθε δίλεπτο. έπρεπε να μιλήσει ο κάθενας για τον ευατό του. γιατί ήταν εδώ και τι ήθελε από την παρουσία του εδώ. δεν κοιτάζα κανέναν τους στα μάτια. στην αρχή. μετά δειλά-δειλά άρχησα να ανασηκώνω το βλέμμα μου προς τη μεριά των ματιών τους. δεν τολμούσα να κάνω άμεση οπτική επαφή με τα μάτια τους. φοβόμουν μην με κατασπαράξουν. σχεδόν δεν άκουγα τι έλεγαν. άκουγα μονάχα τις κινήσεις των ποδιών ή των χεριών τους. και ίδρωνα. το πουκάμισο μου είχε μουσκέψει και η αλμύρα του τσίγαρου που έβρισκε έξοδο διαφυγής στους πόρους μου, πλυμμήριζε το στήθος μου. ήθελα να καπνίσω. κι άλλοι ήθελαν. το έβλεπα στις κινήσεις των άκρων τους, στο πώς έσφιγγαν τα δάχτυλα και κούναγαν νευρικά τα πόδια. το τσιγάρο δεν απαγορεύονταν. απογορεύονταν η δειλία. και η χορτοφαγία. εδώ μέσα δεν τρώμε κουτόχορτο. τρώμε ο ένας τον άλλο. σε διαγράμματα. και στόχους. σε διαδικασίες και τακτικές. σε αποδόσεις και επιδόσεις. αργά αλλά σταθερά σήκωνα το βλέμμα μου. ήθελα να προλάβω να κοιτάζω ψηλά πριν φτάσει η σειρά μου να μιλήσω. ήθελα να είμαι άνετος κι ανθρωποφάγος. ήρεμος και δολοφόνος. υπήρχαν κι άλλοι ανήσυχοι. κανείς όμως τόσο τρομαγμένος όσο εγώ, κανείς τόσο ανόητος όσο εγώ, ώστε να μετατρέψει μια απλή συνάντηση εργασίας σε πεδίο μάχης. κι έχανα. έχανα κάθε φορά που άνοιγα το στόμα μου, κάθε φορά που ήθελα τσιγάρο, κάθε φορά που χαμογελούσα αμήχανα ή με νόημα. το μόνο που κέρδισα είναι αυτές οι δεκαπέντε γραμμές. και μια ανάσα θάρρος να τις γράψω.

01/07/2007

εκκλησιασμός της αγίας ορθοδόξου εκκλησίας του p-funk


..και επήγαμεν εις τον Βράχον. όπου αι Βυρωνίται τηρούν Θέατρον. και άνοιξαν οι ουρανοί και εβγήκε το Funk. ηλικιωμένο κι αγέρωχο, μας επέβλεψε από σκηνής με την δέουσα αυστηρότητα και ειρωνία που αρμόζει στα εβδομήντα περίπου χρόνια του. όρισε τους κανόνες με συνοπτικές κινήσεις μαέστρου και ενορχήστρωσε τον επίγειο παγανισμό της αποκαλυπτικής του εμφανίσεως. και εχορέψαμεν -δούλοι λυτρωμένοι- χορόν της βροχής κι ας ήτο η βροχή μόνο ο ίδρωτας μας. και εμβολιαστήκαμε για το υπόλοιπον έτος, διερωτόμενοι πότε θα μας ευλογήσει ξανά αυτή η γλυκιά, σχεδόν παιδική, σκηνική αναρχία του. ίσως ποτέ με τα ίδια πρόσωπα. μα πάντα με τον ίδιο χαρούμενο και μοναδικό ζήλο. funk is its own reward...

09/06/2007

new kid on the blog

5.48. στο 24/7 ιντερνετ της γωνίας. ο οτε δεν μας έκανε την χάρη ακόμα κι έτσι προέκυψα αλήτης και περιπατητής. όπως κατέβαινα το δρόμο, ένας μπάτσος δύο μέτρα μια έκοβε την μπουγάτσα μου και μια την άυπνη φάτσα μου. δεν αποφάσισα τι λαχταρούσε περισσότερο να κατασπαράξει. ένιωσα πάντως σχεδόν αντιστασιακός και σκέφτηκα να του πετάξω τη μπουγάτσα φωνάζοντας λευτεριά σε κάτι απροσδιόριστο. αν το τολμήσεις, η γειτονιά στο δίνει δωράκι το παράσημο, μαζί με το θόρυβο και κάτι να βρείς να φας και να πιείς ότι ώρα σου καπνίσει - αυτά δεν τα διαλέγεις, τα παίρνεις απλά free bonus. και να καπνίσεις σ' αφήνουν εδώ. σχεδόν παράδεισος δηλαδή με ένα ευρώ. αν δεν γκάριζαν και τα geeks πίσω μου πάνω από τα δεκάδες νεκρά πτώματα που αφήνουν σε κάποιο κολασμένο δωμάτιο του wow, ίσως να σκάρωνα και κανένα ποιματάκι. προς το παρόν εωρτάζω την αϋπνία μου, τη στέρηση μου στην απουσία σου και το ξημέρωμα του σαββάτου, που 'χω να το δώ καιρό. σα ν' αρχίζω να συνηθίζω τη γειτονιά - λες και την ξέρω από χρόνια. από επικίνδυνο ως αποκαλυπτικό μου φαίνεται. τη φασαρία πάντως δύσκολα να τη συνηθίσω - θα φύγω λοιπόν από δώ μέσα. κι όταν ξανάρθω, λάβω τα μέτρα μου με κείνα τα ακριβά ακουστικά που μπαίνουν μέσα στο αυτί και σε πηγαίνουν σε όποιον ωκεανό γράφει το κουμπάκι με το play και θα καθαρογράψω τα posts μου σα σε τετράδιο μπλέ.